Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

ΔΑΚΡΥΑ ΒΡΟΧΗΣ

ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ



[ 03 ] Δάκρυα βροχής

Μικρούλης, ένοιωθα όμορφα σαν έβρεχε. Ο χτύπος του νερού, στα τσίγκα του πατρικού μου, με νανούριζε γλυκά. Έπαιρνα τα λιγοστά βιβλία μου απ' τη μικρή βιβλιοθήκη και κούρνιαζα μες στην εσοχή του παράθυρου. Απέναντί μου, στο παραγώνι, τα λιόξυλα τριζοβολούσαν ζεσταίνοντας το χειμωνιάτικο και η αχνιστή φασολάδα της μάνας μοσχοβολούσε πάνω στην πυροστιά. Ιχνογραφούσα άτεχνα σχεδιάκια πάνω στο τζάμι, που θάμπωνε απ' τη θερμή ανάσα μου, με τη γάτα να τρίβεται ανάμεσα στα παγωμένα μου πόδια. 
   Απ' το καλντερίμι, έβλεπα να περνάει, πού και πού, κάνας γέροντας, βαριά ντυμένος και βιαστικός, να χωθεί σε κάποιο απ' τα καφενεία της πλατείας του χωριού. Παρακαλούσα να σταματήσει  ε κ ε ί  ο χρόνος... γιατί Θε μου δε μ' άκουσες;
  Σήμερα, η γωνιά αυτή θ' αναρωτιέται... Πού 'ναι κείνο το παιδί;.. Γιατί χάσκει άδειο και μουχλιασμένο, στον τοίχο,  το ντουλάπι με τα βιβλία;.. Γιατί μπαίνει τόση παγωνιά απ' το σπασμένο τζάμι;.. Γιατί;.. 
  Ν’ ακούγεται, άραγε, ο ήχος της βροχής στα τσίγκα, στο έρημο σπίτι μου;..

 
©ΒΕΚ 2014

ΚΩΔΙΚΟΣ: CG-03-1-3
(απ’ την ανέκδοτη συλλογή πεζών: Τάση φυγής)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου