Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΙΩΠΗΣΑΝ ΤΑ ΚΟΜΙΞ, νουβέλα

ΒΑ·Ι·ΟΣ ΚΟΥΤΡΙΝΤΖΕΣ


ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΙΩΠΗΣΑΝ ΤΑ ΚΟΜΙΞ





νουβέλα


CG-G-02-01-35


COMICOGRAFIMATA
2015





ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1





Η ΝΥΧΤΑ είχε πέσει εδώ και ώρα πάνω στην πολιτεία. Όσοι δεν είχαν νυχτερινή εργασία ησύχαζαν στα δωμάτιά τους. Ως κι οι χάρτινοι ήρωες λαγοκοιμόνταν στις βιβλιοθήκες τους. Αυτός, όμως, δεν είχε ύπνο. Κάτι απροσδιόριστο τον ενοχλούσε. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του. Οι παντόφλες ήλθαν αμέσως τρέχοντας και κούρνιασαν στα γυμνά του πόδια. Έβαλε το μπλουτζίν, το μπλε πουκάμισο, τις μπότες και βγήκε στο διάδρομο. Κάποιοι κυκλοφορούσαν· ευτυχώς δεν είδε κανένα γνωστό για να τον καθυστερήσει. Απ’ τις ετοιμόρροπες σκάλες, που γκρίνιαζαν σε κάθε του βήμα ενοχλημένες, κατέβηκε στο ισόγειο. Η όμορφη κοκκινομάλλα στη ρεσεψιόν, πρώην γραμματέας του ντετέκτιβ Λέμυ Κώσιον, τον γλυκοκοίταξε και αυτός τη χαιρέτησε φευγαλέα. “Ας μην ξανοιγόμαστε”, ψιθύρισε. Το άλογο ήταν δεμένο στη θέση του και χλιμίντρισε μόλις τον αντίκρισε. Μ’ ένα άλμα βρέθηκε στην πλάτη του και το χάιδεψε απαλά στη χαίτη. Έφτασε καλπάζοντας στην πλατεία Αστερίξ και στην είσοδο του μπαρ «Το μαγικό φίλτρο» παρέδωσε το άλογο σ’ έναν ινδιάνο Τσερόκι, που εργαζόταν εκεί τα βράδια και την ημέρα στα γουέστερν, κι έσπρωξε τη δίφυλλη περιστρεφόμενη πόρτα. Η αίθουσα ήταν γεμάτη από λογής λογής κόσμο. Διάλεξε ένα μοναχικό τραπεζάκι και κάθισε με την πλάτη στον τοίχο. Μια συνήθεια που του είχε μείνει απ’ τον παλιό καλό καιρό. “Φύλαγε τα ρούχα σου να ’χεις τα μισά”, σιγομουρμούρισε. 

φωτο:internet
 Στο πάλκο η Τζέσικα Ράμπιτ έλαμπε κυριολεκτικά. Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της. Ο σχεδιαστής της εκείνο το βράδυ είχε αποφασίσει να κάνει τον κόσμο να υποφέρει πολύ. Μία σερβιτόρα απ’ τη Νεμέδια, που έχασε τη δουλειά της στα εικονογραφημένα όταν σταμάτησε να κυκλοφορεί ο «Κόναν ο Βάρβαρος», ήρθε λικνίζοντας τους γοφούς της να πάρει παραγγελία.
  –Ένα καναδέζικο ουίσκι χωρίς πάγο, ψέλλισε  γοητευμένος απ’ τη γυμνή ομορφιά της. 
  Η γυναίκα τού υπενθύμισε τον Κώδικα για την ηθική των κόμικς και τελικά συμφώνησε σ’ ένα φλιτζάνι ζεστό αρωματικό τσάι. Η Τζέσικα στο μεταξύ είχε κατέβει απ’ το πάλκο και τραγουδούσε ανάμεσα στους πελάτες του μαγαζιού. Ο χείμαρρος των μαλλιών της την ακολουθούσε κατακλύζοντας όλο το χώρο. Σε κάθε κίνησή της ακόμα και οι ανάσες των θαμώνων σταματούσαν μες στην αίθουσα.
   –Δε σε ξαναείδα στο μαγαζί, κελάηδησε. Είσαι καινούργιος στην πόλη; Πού μένεις;
   –Στο χάρτινο σπίτι.
  –Είμαστε λοιπόν συγκάτοικοι. Αν δυσκολευτείς σε κάτι, έλα να το κάνουμε μαζί! Πρόσεξε γύρω του ζηλόφθονα βλέμματα. Κοκκίνισε και κάτι μπερδεμένο και ασαφές ξέφυγε απ’ το στόμα του. Εκείνη γέλασε κι απομακρύνθηκε ανάλαφρα και προκλητικά. “Αν ο Δημιουργός”, σκέφτηκε βλάσφημα, “ήταν σκιτσογράφος, σίγουρα ο κόσμος θα ήταν ομορφότερος”. Ρούφηξε την τελευταία γουλιά του «ποτού» του, άφησε ένα «Τζόννυ Λόγκαν» μεταχειρισμένο για πληρωμή και βγήκε στο δρόμο κάνοντας νόημα στον ινδιάνο ότι θα ’ρχόταν αργότερα να πάρει το άλογό του. Απ’ το απέναντι μπαράκι έβγαινε μια στεντόρεια φωνή:
–Μα όλα τα μεθύσια!
Ήταν ο Τσικουδιάς, τύφλα. Ταυτόχρονα ένας βρυχηθμός ακούστηκε ψηλά απ’ το λόφο. Το αίμα πάγωσε μες στις φλέβες του· δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες που ’χε διαβάσει τον «Ανθρωπόλυκο». “Λες να ’ναι αλήθεια;” μονολόγησε κι ανατρίχιασε. Βάδισε στην έρημη από κίνηση οδό Γκαστόνε Ντακ και καθώς έστριψε στην οδό Ντόναλντ Ντακ, την είδε να τον ακολουθεί.
“Θα ’χουμε μπλεξίματα”, σκέφθηκε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΌΤΑΝ ΤΗΝ  πρόσεξε  για πρώτη φορά  είχε ένα αστραφτερό  χρυσαφί χρώμα. Το όνομά της  του φάνηκε παράξενο· τη φώναζαν  Έρμα. Ποια όμως ακριβώς ήταν η Έρμα; Στο σπίτι ζούσαν μαζί άνθρωποι, χαρακτήρες της παραλογοτεχνίας  και των κόμιξ και οι  μεταξύ τους  διαφορές  δε γινόταν εύκολα αντιληπτές. Οι χάρτινοι ήρωες μαζεύτηκαν, από παντού, στη πολύχρωμη πολιτεία τα χρόνια της μεγάλης κρίσης,  που δημιουργήθηκε στα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα  στο χώρο των εικονογραφημένων, μετά την επικυριαρχία των ηλεκτρονικών εκδόσεων. Ανακατεύτηκαν με τους ανθρώπους και συμμετείχαν  σ’ όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες  εκμεταλλευόμενοι μάλιστα  τα ξεχωριστά  χαρίσματά τους.
Αργότερα, το χρώμα της άλλαξε και έγινε ίδιο μ’ αυτό της θάλασσας. Έγχρωμοι κυκλοφορούσαν  πολλοί  μέσα στο σπίτι.  Ήταν αυτοί που έμεναν στους επάνω ορόφους του κτιρίου, όπου  η πρόσβαση δεν ήταν επιτρεπτή στον καθένα. Θα μπορούσε να ’ναι κάποια  απ’ αυτούς. Όμως το παράδοξο φαινόμενο αλλαγής  χρώματος συνέβαινε και στους χαρακτήρες των κόμιξ. Κάποτε μάλιστα στα δύσκολα χρόνια έγχρωμοι υπερήρωες ξέπεσαν σε ασπρόμαυρες  καρικατούρες, προφανώς για οικονομικούς λόγους, χωρίς να δοθεί καμιά εξήγηση απ’ τους υπεύθυνους. Θυμήθηκε τα βίαια επεισόδια που ξέσπασαν τότε έξω  απ’ τους εκδοτικούς οίκους και  κατέληξαν στο συμβολικό  κάψιμο των περιοδικών. Θα μπορούσε λοιπόν η Έρμα να ’ναι η ηρωίδα κάποιου λησμονημένου κόμικ, που ανέχονταν  τις ιδιοτροπίες του σκιτσογράφου της.
Τις επόμενες μέρες  τις πέρασε στη βιβλιοθήκη του σπιτιού ερευνώντας τα αρχεία προκειμένου να εντοπίσει τα ενδιαφέροντα και τις  προτιμήσεις της. Εύκολα ανακάλυψε ότι ο Πάνος ο βιβλιοθηκονόμος τής είχε αναθέσει την καταλογογράφηση και τακτοποίηση των κόμικς με ερωτικό περιεχόμενο. Διάβασε πολλά γραψίματά της και ένοιωσε το πάθος της για τη λογοτεχνία των χάρτινων ηρώων. Εκεί του ήρθε η ιδέα και κατέστρωσε το σχέδιό του.
Αν όλα πήγαιναν καλά απόψε κιόλας  θα είχε την απάντηση που ήθελε.
Θα ’ταν περασμένες δώδεκα κι ένοιωθε  να την παίρνει ο ύπνος, με την «Πωλέτ» αγκαλιά. Διάβαζε το πρώτο απ’ τα τρία τεύχη με τις  περιπέτειες της χάρτινης χυμώδους καλλονής, όταν άκουσε ένα σιγανό σύρσιμο στο πάτωμα. Ανακλαδίστηκε ξαφνιασμένη και το νυχτικό της τραβήχτηκε αποκαλύπτοντας τα καλοσμιλεμένα πόδια της. Σηκώθηκε, φτιάχνοντας μηχανικά τα ανακατεμένα πλούσια μαλλιά της και στο μισοσκόταδο του δωματίου διέκρινε το χαρτάκι στη χαραμάδα της πόρτας. Έσκυψε  το πήρε στα χέρια της και πηγαίνοντας κοντά στον Γλόμπο, που είχε από ώρα αποκοιμηθεί, διάβασε στο αδύναμο φως το προχειρογραμμένο σημείωμα:
«Έχω τους δύο δερματόδετους τόμους της «Ιστορίας της Ο» της «Πλειάδος»·  αν ενδιαφέρεσαι  θα ’μαι στη βιβλιοθήκη».
Ένοιωσε ζάλη κι ένα τρέμουλο απ’ την ταραχή κι έψαξε μέρος να καθίσει. Την  επόμενη στιγμή κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα, ενώ άρχισε βιαστικά να γδύνεται.

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου