Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ, Ο

ΛΑΜΠΗΔΟΝΕΣ


[ 24 ] Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ



Φωτ. Vaios Koutrintzes



α΄. Ο θησαυρός

ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΗ ΛΑΜΠΑ θυέλλης, σ’ ένα σκουριασμένο παλιόκαρφο στον τοίχο της σπηλιάς κι ετοιμάζονταν να κοιμηθούν κατάχαμα. Ήταν δυο ψαράδες, που θα περνούσαν τη νύχτα τους εκεί και το χάραμα θα σήκωναν τα παραγάδια. Στο κέντρο της σπηλιάς, το χώμα είχε καθίσει και φαινόταν ολοκάθαρα το περίγραμμα ενός ορθογώνιου σκάμματος. Παραξενεύτηκαν που δεν το ’χαν ξαναπροσέξει, αν και χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά το χώρο.
–Δήμο, δεν πας στο χωριό να φέρεις τσαπί και φτυάρι να δούμε τι υπάρχει εκεί μέσα; είπε ο Φάνης.

Ο άλλος, χωρίς να το πολυσκεφτεί, καβάλησε το άλογο και ξεκίνησε. Θα χρειαζόταν δύο ώρες να πάει και να επιστρέψει. Στο μεταξύ, ο Φάνης ξαπλωμένος κοίταζε τη γούβα. Γιατί να μην εκμεταλλευόταν την απουσία του συνεταίρου του; Ανασκουμπώθηκε
κι άρχισε να σκαλίζει με τα χέρια στην αρχή και μετά με μυτερά γιαλόξυλα. Το χώμα ήταν μαλακό και γρήγορα κατέβηκε γύρω στο μισό μέτρο. Στάθηκε να ξαποστάσει και συνέχισε με νέες δυνάμεις. Κάπου κάπου, ξέθαβε μεγάλες πέτρες που τις πετούσε στο πλάι. Στο μέτρο, περίπου, φάνηκε το θολωτό σκέπασμα ενός σεντουκιού. Τρελάθηκε και τα χέρια του πήραν φωτιά. Όταν αποκαλύφθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του, πάτησε επάνω και μεγάλωσε περιμετρικά την τρύπα. Τότε, φάνηκε ολόκληρο. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, αλλά δεν μπόρεσε να το ξεχώσει για να το βγάλει στην επιφάνεια, όσο κι αν ζορίστηκε. Πήρε κι αυτός μια χοντρή πέτρα κι άρχισε να χτυπάει το κάλυμμα. Δεν άργησε ν’ ανοίξει την πρώτη τρύπα. Ξεκρέμασε τη λάμπα θυέλλης για να δει. Η λάμψη απ’ το χρυσάφι τον ανάγκασε να κλείσει τα μάτια του. Έμεινε να χάσκει σαν ηλίθιος! «Θεέ μου!» είπε μόνο και με την κοτρώνα σε λίγα λεπτά είχε σπάσει το κυρτό σκέπασμα. Έπειτα έτρεξε στην ψαροκαλύβα τους. Γύρισε γρήγορα κι άρχισε να γεμίζει τα τσουβάλια, που ’φερε, με το πολύτιμο περιεχόμενο του σεντουκιού. Μοίρασε τα τιμαλφή στους τρεις σάκους κι έναν έναν τους μετέφερε πίσω απ’ την καλύβα. Εκεί, βάλθηκε ν’ ανοίγει –εκείνος τώρα– ένα λάκκο. Πάνω πάνω εύρισκε άμμο, αλλά πιο κάτω συνάντησε χώμα σκληρό. Πήρε μια μεγάλη κάμα, που ’χαν να σκοτώνουν τις σμέρνες, και συνέχισε. Έσκαβε κι αφαιρούσε ολόκληρα κομμάτια χώματος. Όταν χωρούσε ο μισός μες στ’ άνοιγμα, έτρεξε στη σπηλιά. Σκυλόβριζε μέχρι να ξεθάψει το σεντούκι. Μετά με τα πόδια έριξε στην τρύπα τις πέτρες και τα χώματα και προσπάθησε να επαναφέρει το δάπεδο στην πρότερη μορφή του, χωρίς να το καταφέρνει. Η ώρα, όμως, περνούσε και προείχε το κρύψιμο του θησαυρού. Άρπαξε το σεντούκι και το ’συρε μέχρι την καλύβα. Εκεί το τοποθέτησε στον πάτο του σκάμματος. Ύστερα, άδειασε μέσα με προσοχή τα χρυσαφικά, το ’κλεισε και το ’θαψε, πατώντας γερά το χώμα. Στο τέλος, σκόρπισε άμμο, και δε διακρινόταν το παραμικρό. Όλα έδειχναν, όπως ήταν πριν. Βόλεψε τα σακιά στη θέση τους και κρύφτηκε, γιατί είδε το Δήμο, γιαλό γιαλό, να κατευθύνεται στη σπηλιά.

β΄.  Οι πειρατές

Το μεγάλο πειρατικό καράβι, ένα περήφανο ιστιοφόρο, ξεμύτισε απ’ τον κρυφό όρμο του νησιού και ανοίχτηκε στο πέλαγο, βάζοντας ρότα για την αντικρινή στεριά. Έριξε άγκυρα ανάμεσα στα δυο πανύψηλα βράχια κι αμέσως δυο βάρκες, γεμάτες ανθρώπους που ζούσαν στην παρανομία, έπεσαν με θόρυβο στη θάλασσα. Καταζητούμενοι και ρεμάλια της κοινωνίας οι πιο πολλοί. Τα κουπιά βυθίστηκαν στο νερό κι έσπρωξαν με δύναμη τα βαριά ξύλινα σκαριά. Σκυλόβρισαν σαν χτύπησαν πάνω στη μελανιά πέτρα, που δεν την πρόσεξαν πάνω στη βιάση τους να βγουν στην ακτή. Δυο παρέμειναν να φυλάνε τις βάρκες και οι υπόλοιποι ξεχύθηκαν στο λόφο, στα λιοπερίβολα. Στη θέση αυτή, υπήρχαν καλύβια αγροτών και ψαράδων. Οι φιλήσυχοι, αλλά άμοιροι, ξωμάχοι αυτήν την ώρα ξεκουράζονταν απ’ τον κάματο της ημέρας. Οι πειρατές ήταν αγριάνθρωποι, χωρίς συναισθήματα. Κι επειδή δε βρήκαν τίποτε πολύτιμο, παρά μόνο οικιακά σκεύη και ρουχισμό, δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα. Απ’ όπου περνούσαν δεν έμενε πίσω τους κανένας ζωντανός. Βιάζονταν, όμως. Το καράβι τους βρισκόταν εκτεθειμένο κι υπήρχε φόβος να το εντοπίσουν τα πολεμικά των Ενετών, που όργωναν τις ελληνικές θάλασσες. Έτσι, αφού έμειναν ικανοποιημένοι απ’ την καταστροφή που προκάλεσαν, επέστρεψαν στις βάρκες και κατέβασαν ένα σεντούκι. Μπροστά, πήγαινε κάποιος κρατώντας μία αναμμένη δάδα, μην τυχόν και τσακιστούν στα γλιστερά  και μυτερά βράχια. Έψαχναν εναγωνίως για κρυψώνα. Η καλά κρυμμένη σπηλιά τούς φάνηκε ιδανικό μέρος. Κατευθύνθηκαν προς τα κει και σβάρνισαν το κιβώτιο στο εσωτερικό της. Έσκαψαν στη μέση ένα βαθύ λάκκο και το πέταξαν στον πάτο. Πάτησαν το χώμα, ρίχνοντας και πέτρες για να μην καθίσει, σκούπισαν το δάπεδο κι άναψαν μια μεγάλη φωτιά για να καλύψει τα ίχνη τους. Απ’ το καράβι τούς έκαναν δεύτερο σινιάλο. Έσπρωξαν τα πλεούμενα στο νερό κι άρχισαν να λάμνουν με την αγωνία ζωγραφισμένη στ’ άγρια πρόσωπά τους.

Είχαν καθυστερήσει. Έπρεπε ήδη να ’χαν αναχωρήσει για το λημέρι τους. Και συνέβη αυτό που φοβόντουσαν. Τ’ αρματωμένα πλοία των Ενετών, ειδοποιημένα απ’ τους παρατηρητές, που κάθονταν με βάρδιες στα ψηλά βράχια της παραλίας και στις κορφές, τούς πρόλαβαν στην επιστροφή και σε μια σύντομη συμπλοκή τούς βύθισαν με τα κανόνια τους. Δε σώθηκε ούτ' ένας. Το αίμα των αθώων αγροτών πήρε εκδίκηση.



  γ΄. Το φονικό

Ο Δήμος μπήκε στη σπηλιά με το τσαπί και το φτυάρι στον ώμο κι αντίκρισε το μισανοιγμένο λάκκο. Ο Φάνης έλειπε· δεν άργησε, όμως, να παρουσιαστεί.
–Δεν μπορούσα να περιμένω κι έσκαψα με τα χέρια μου, αλλά δε βρήκα τίποτε και ξανάκλεισα τη γούβα. Θα ήταν κανένα κενό από κάτω κι υποχώρησε το χώμα, είπε.
Ο Δήμος δεν τον πίστεψε και με το δίκιο του. Το σχήμα της τρύπας άλλα μαρτυρούσε. Ο Φάνης, όμως, δε φαινόταν διατεθειμένος να μοιραστεί κάτι που πλέον του ανήκε και μόνο εκείνος γνώριζε πού βρισκόταν. Λογόφεραν έντονα κι ο Δήμος σήκωσε το τσαπί. Ο Φάνης φάνηκε πιο γρήγορος και βουτώντας τη λάμπα τού την πέταξε στο πρόσωπο. Η λάμπα ήχησε άσχημα χτυπώντας στο πρόσωπο του Δήμου και κύλησε με θόρυβο κάτω. Πιάστηκαν στα χέρια κι αμίλητοι αντάλλασσαν δυνατά χτυπήματα. Οι λάμες άστραψαν ταυτόχρονα κι όταν χώθηκαν στις μαλακές σάρκες, ακούστηκαν δυο μακρόσυρτα και πονεμένα: «Ωχ!» Σωριάστηκαν άψυχοι πάνω στη λάμπα. Το τζάμι έσπασε και τα ρούχα τους πήραν φωτιά.


Δεν τους βρήκαν ποτέ. Κάποιοι, όμως, είδαν το βαθούλωμα κι έσκαψαν μ’ εργαλεία βαθιά, μ’ άδικος κόπος. Ο θησαυρός είχε αλλάξει κρυψώνα κι ανέμενε τα επόμενα θύματά του.

απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα

CG-G-02-01-23

© ΒΕΚ, 2016 Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου