Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΦΛΟΞ, Η

COMICOGRAFIMATA
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 
ΟΙΚΟΘΕΝ
ΨΗΦΙΔΕΣ

[ 14 ] Η ΦΛΟΞ

Ο Νικολάκης είχε τσαχτιρίσει (ιδιωμ=ανάψει) τον αναπτήρα του


Η ΦΛΟΞ

Αυτήν την εντολή είχα από το σπίτι. Να μείνω και μετά το «Χριστός Ανέστη!» «Μα, μαμά», είπα, «όλοι φεύγουν, γιατί εγώ να καθίσω»... «Άκουσες τι σου είπα; Δε θα κάνουμε κι εμείς ό,τι κάνουν οι άλλοι». Ναι, είπα να πω, αλλά εσύ με το μπαμπά δεν έρχεστε στην εκκλησία, δε θυμήθηκα καμιά φορά να πάμε όλοι μαζί, εν τούτοις δεν το είπα για ευνόητους λόγους. Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μου,.. γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν μόνο οι δικοί μου γονείς που δεν εκκλησιάζονταν. Και παρέμεινα, λοιπόν, μες στο Ιερό –γιατί, συν τοις
άλλοις, υπηρετούσα και τον παπα-Βαγγέλη. «Β., δώσε μου το θυμιατό...», «Β., ανέβα να κατεβάσεις την τάδε, την δείνα εικόνα...»... (Θεός σ’ χωρέστον, παπάς μ’ όλη τη σημασία της λέξης, όχι σαν τους σημερινούς ελεύθερους επαγγελματίες -γιατί αλήθεια δεν βγάζουν βιβλία από την Εφορία;.. αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου). Έμεινα, όπως σας είπα, και κρατούσα με τα χεράκια μου, σφήκα (ιδιωμ=σφιχτά), τη λαμπάδα με το άγιο φως. Κάποια στιγμή, τα ματάκια μου άρχισαν να κλείνουν και ο παπάς το πρόσεξε. «Άντε Β. πήγαινε και συ σπίτι σου,..», τον άκουσα να λέει, μες στο πρωτούπνι μου, και δρομώντας βγήκα στο προαύλιο. Εκεί συναισθάνθηκα για πρώτη φορά τον κίνδυνο. Το αεράκι. Δεν υπήρχε λίγο πριν. Το ’βγαλε στο μεταξύ. Κόπηκε το αίμα μου. Τώρα μάνα τι θα κάνω;.. Αν έφευγα όπως όλοι θα ’μουν στο σπίτι... Μέχρι τα σκαλοπάτια δε συνέβη τίποτε. Αλλά, μόλις άφησα τον ιερό χώρο, μια σπιλιάδα έγειρε τη φλόγα και κείνη μίκρυνε αντί να θεριέψει -γιατί όλοι φαντάζομαι θα ξέρετε πως το οξυγόνο βοηθάει την καύση, το ίδιο δεν καίγεται, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου...- και πήγε να σβήσει. Την γλίτωσα την τελευταία στιγμή, βάζοντας το χέρι μου και κόβοντας την ξαφνική ριπή. Χριστούλη μου,.. κάνε να μη σβήσει προσευχήθηκα κι εγώ δε θα ξαναπώ ψέματα. Φαίνεται πως εισακούστηκα, γιατί η φλοξ ανορθώθηκε, όπως και το ηθικό μου. Πήρα το κατηφορικό δρομάκι
και κάτω απ’ τη μεγάλη μαυροσυκιά, που στα κλαδιά της παίζαμε όλη τη μέρα και κυνηγιόμασταν σαν τα πουλιά, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου,... ψήλωσε και ήμουν πλέον σίγουρος ότι με σύμμαχο το Χριστούλη θα επιτελούσα το οικογενειακό καθήκον μου. Να πάω το άγιο φως στο σπίτι. Παρεμπιπτόντως, πρέπει να σας πω πως το φως ξεγελάει, διότι τη νύχτα, ενόσω βρίσκεσαι μέσα του, δε βλέπεις το παραμικρό γύρω σου και μπορεί να σκοντάψεις σε κάποιο εμπόδιο και να σκοτωθείς, κι εγώ βρισκόμουν μέσα στο φωτεινό κύκλο της λαμπάδας κι έτσι δεν πήρα είδηση πως είχα φτάσει στη μέση της θεοσκότεινης πλατείας
δεν πήρα είδηση πως είχα φτάσει στη μέση της θεοσκότεινης πλατείας

με τα αμέτρητα καφεοινοζυθοπαντοπωλεία  και τους δυόμιση πλατάνους, θα μου πείτε γιατί 2,5 μα δεν είναι αυτό το θέμα μου,.. που έπληττε ένας αιφνίδιος άνεμος. Η φλόγα ή φλοξ, όπως και να την πω δεν επηρεάζονται τα φαινόμενα, προσπάθησε, δεν μπορώ να πω, αλλά η μάχη απέβη άνιση κι αφού έκανε κάποιες άτσαλες κινήσεις, πέρα δώθε, έσβησε και τότε το σκότος έγινε διπλό. Σταμάτησα επί τόπου, γιατί προς στιγμήν ζαλίστηκα, και αμέσως μετά αντιλήφθηκα την οικτρή κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Τα κλάματα ήταν το λιγότερο, γιατί την απελπισία που με κατέλαβε δεν μπορώ να σας την περιγράψω. Για να με νιώσετε θα πρέπει και σεις να ζήσετε παρόμοιο γεγονός και να είστε μικροί στην ηλικία όπως εγώ. Πάνω, λοιπόν, στη γανάδα (ιδιωμ=στενοχώρια μεγάλη) μου η φωνή ακούστηκε σαν βάλσαμο. «Εσύ είσαι Β; γιατί κλαις;» Ήτο ο Νικολάκης. Τώρα, γιατί τον έλεγαν έτσι, λες και ήταν κανένα μικρό παιδί, θα σας γελάσω, ούτε το κατάλαβα ποτέ, διότι ο Νικολάκης ήταν θεόρατος, γίγαντας στα μάτια μου. «Έσβησε η λαμπάδα μου θείο Νίκο», είπα λυπημένος. «Και γι’ αυτό στενοχωριέσαι;» τον άκουσα να λέει δυνατά, επειδή είχε έλθει δίπλα μου και τον διέκρινα ολίγο. «Τι να κάνω; Θα με μαλώσουν στο σπίτι!» Μ’ έπιασε απ’ το χέρι και ένιωσα όμορφα, ναι. Τώρα, πρέπει να σας πω.. πως μύριζε κρασί; γιατί θα τα ’χε τσούξει νωρίτερα; Έχει καμιά σημασία; Για μένα πάντως δεν είχε. Άγγελος εξ ουρανού ήταν. Με βοήθησε να διασχίσω την πλατεία κι εκεί που φάνηκαν τα φωτισμένα παράθυρα του σπιτιού μου στάθηκε. Σε κείνο το σημείο οι τοίχοι των οικοδομών εμπόδιζαν τον αέρα και επικρατούσε νηνεμία, τι κρίμα που εγώ δεν είχα το φως! σκέφτηκα, όταν άκουσα ένα μεταλλικό ήχο και το έρεβος σκορπίστηκε! Ο Νικολάκης είχε τσαχτιρίσει (ιδιωμ=ανάψει) τον αναπτήρα του και στη συνέχεια άναψε τη λαμπάδα μου, ενώ εγώ έμεινα αμίλητος, και συνωμοτικά, σχεδόν, μου είπε: «Εμείς οι δυο θα το ξέρουμε, μην το μαρτυρήσεις, φωτιά από φωτιά δε διαφέρει!» Μα... πήγα να πω, αλλά η λογική μου συμφώνησε με τη ρήση. Μία είναι η φωτιά, αλήθεια τι είναι η φωτιά, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου.... «Μαμά, ήρθα, τρέξε να πάρεις τη λαμπάδα!» φώναξα χαρούμενος κι άκουσα τα βήματά της να πλησιάζουν.
 
η πλατεία


το σημείο του περιστατικού, το σπίτι μου

Η ιστορία τελειώνει εδώ, αλλά εσείς όμως που είστε προσεκτικοί, δε θα σας διέφυγε, και θα μου πείτε ότι μέσα σε λίγα λεπτά είχα αθετήσει το λόγο μου πως δε θα ’λεγα ψέματα ποτέ, μα κι ο Χριστούλης δεν εμπόδισε τον αέρα, εδώ ένας μικρότερος θεός ο Αίολος, όπως μας λέει ο δάσκαλος και μάζευε τους ανέμους μέσα σ’ ένα τσουβάλι... άλλωστε δεν είναι αυτό το θέμα μου θα σας αντιτάξω.
Σήμερα, που αντιγράφω αυτές τις γραμμές από το τετράδιο της μνήμης, σκέφτομαι πως κανείς δεν το ’μαθε ούτε θα το μάθει ποτέ πως εκείνο το φως δεν ήταν το άγιο φως! Γιατί, αφενός μεν, ο Νικολάκης δε ζει -Θεός σ’ χωρέστον, να ’ναι καλά, θα το θυμάται το περιστατικό, μπορεί και να διαβάζει τούτες τις γραμμές- αφετέρου δε, εγώ δεν τολμὠ να το ομολογήσω και σεις πιστεύω, σαν εχέμυθοι που είστε, θα διαφυλάξετε το μυστικό μου. 
«Κλαις, Β. μετά από 60 χρόνια;»
Χριστός Ανέστη! 
Και να προσέχετε τον αέρα!

(κείμενο ακατέργαστο) 

__________________________
CG-G-02-01-14

©ΒΕΚ 2017

Απαγορεύεται, ρητά, η αντιγραφή κι αναδημοσίευση του κειμένου ή μέρους του, μ' οποιοδήποτε τρόπο, αυτούσιου ή τροποποιημένου, χωρίς την έγκρισή μου [Ν.2121/1993 (25 Α΄)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου